Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Λιμός στη Μ. Ασία, 1873-1875

Συγγραφή : Shariat-Panahi S. Mohammad T. (1/10/2002)

Για παραπομπή: Shariat-Panahi S. Mohammad T., «Λιμός στη Μ. Ασία, 1873-1875», 2002,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=5117>

Λιμός στη Μ. Ασία, 1873-1875 (27/5/2008 v.1) Famine in Asia Minor, 1873-1875 - δεν έχει ακόμη εκδοθεί 
 

1. Εμφάνιση και εξάπλωση του λιμού

Ο λιμός εμφανίστηκε το 1873 στη Μικρά Ασία και κράτησε έως το 1875. Μέχρι τα τέλη του Ιουλίου του 1874 ο λιμός είχε εξαπλωθεί σε μια έκταση 40.000 τετραγωνικών μιλίων, δυτικά από την Άγκυρα προς το Ικόνιο, νότια μέχρι τη Νίγδη, ανατολικά μέχρι την Τοκάτη, βόρεια μέχρι την Άγκυρα. Στην εμφάνιση του λιμού συνέβαλε χωρίς αμφιβολία η ξηρασία του 1873 και ο εξαιρετικά βαρύς χειμώνας που ακολούθησε.

Ο λιμός έπληξε αρχικά τα απόμερα χωριά, όπου τα αποθέματα των τροφίμων ήταν μικρότερα, οι κάτοικοι δεν είχαν χρήματα για προμήθειες, ενώ συναντούσαν εμπόδια στη μεταφορά τους λόγω της κακοκαιρίας. Από την πείνα πέθαιναν και τα βόδια των χωρικών. Λόγω του αποκλεισμού των χωριών δεν ήταν γνωστό ότι ο λιμός είχε επεκταθεί σε όλη την περιοχή και οι κάτοικοι ήλπιζαν ότι μετά το χειμώνα θα τους παρασχεθεί βοήθεια από άλλα χωριά ή από τις μεγάλες πόλεις, όπου υπήρχαν αποθηκευμένα τρόφιμα. Η κατάσταση χειροτέρευε καθημερινά. Μόλις άνοιξαν οι δρόμοι και αποκαταστάθηκε η επικοινωνία με τις έδρες των καζάδων, έγινε προφανές ότι ο λιμός είχε προκαλέσει μεγάλες απώλειες στον πληθυσμό των χωριών.

Σε πόλεις όπως η Άγκυρα, εξαιτίας του παγετού και της ξηρασίας του προηγούμενου καλοκαιριού, στα καταστήματα και τις δημόσιες αποθήκες υπήρχαν πολύ λίγες προμήθειες. Τον Απρίλιο του 1874 οι δρόμοι από τα νότια και τα ανατολικά της Καισάρειας, απ’ όπου ερχόταν το μεγαλύτερο μέρος αυτών των προμηθειών, ήταν ακόμα κλειστοί. Παρ’ όλ’ αυτά η τιμή του σιταριού στις αρχές του μήνα διατηρούνταν ακόμη σε λογικά επίπεδα (4 πιάστρα η οκά). Η κατάσταση χειροτέρεψε από τα τέλη Απριλίου, οπότε οι τιμές του κριθαριού και του καλαμποκιού αυξήθηκαν.

Ο λιμός εξαπλώθηκε στους καζάδες Τσαγγουρά, Καλαϊτζίκ, Ντενέκ Μαντέν, Ισκιλίπ και στις πόλεις Σπάρτη, Μπουρντούρ, Τεκέ κατά το Μάιο, στο Κίρσεχιρ και το Κεσκίν τον Ιούνιο και στην Αμάσεια, το Χατζίκιοϊ και το Γκιουμούς Μαντέν το Δεκέμβριο. Η κατάσταση δημιούργησε αναταραχές στους κατοίκους των πόλεων και των χωριών. Δεν έλειψαν οι μεταναστεύσεις, οι ληστείες και οι εξεγέρσεις.

2. Τα γεγονότα και οι αντιδράσεις των κατοίκων

Οι κάτοικοι των περιοχών που υπέφεραν από το λιμό προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βρουν λύση για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Το χειμώνα του 1874 κάποιοι κάτοικοι της πόλης Σιβρί Χισάρ έφτασαν στο σημείο να πουλήσουν τα παιδιά τους, ηλικίας 10-14 ετών, ώστε να επιβιώσουν και εκείνα και οι ίδιοι. Επίσης, ήταν αρκετοί αυτοί που πουλούσαν τα υπάρχοντά τους για να αποκτήσουν λίγα τρόφιμα για τις οικογένειές τους.

Την ίδια εποχή έγιναν εξεγέρσεις, όπως στην Καισάρεια, όπου οι κάτοικοι δήλωσαν ότι, αφού το κράτος αδυνατεί να βοηθήσει, αυτοί θα πάρουν το νόμο στα χέρια τους και θα συγκεντρώσουν τρόφιμα όπως μπορούν. Έξω από τους φούρνους συνέβαιναν συχνά συμπλοκές. Δεν έλειπαν και οι ληστείες, όπως στο Μαντάνκιοϊ το Μάιο και στην Άγκυρα τον Ιούλιο του 1874. Στους δρόμους έξω από τις πόλεις, όπως στο Σιβρί Χισάρ, υπήρχαν ομάδες ληστών, η πλειονότητα των οποίων προερχόταν από τα χωριά που υπέφεραν από την πείνα.

Στα μέσα Μαΐου η κατάσταση ήταν κρίσιμη. Όσο περνούσε ο καιρός, ο λιμός εξαπλωνόταν σε περισσότερες περιοχές. Η πόλη του Ικονίου προστέθηκε τον ίδιο μήνα στη λίστα των περιοχών που είχαν πληγεί. Η αύξηση των τιμών των τροφίμων επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Οι κοινότητες των πόλεων προσπαθούσαν να οργανωθούν για να αντιμετωπίσουν το λιμό. Κάθε κοινότητα στην περιοχή της Άγκυρας σύστησε το Δεκέμβριο μια τοπική επιτροπή που προσπαθούσε να ανακουφίσει τους ομοθρήσκους της. Έτσι συστάθηκαν η μουσουλμανική, η αρμενική προτεσταντική, η γρηγοριανή αρμενική, η ορθόδοξη, η αρμενική καθολική και η εβραϊκή επιτροπή. Φαίνεται ότι οι μουσουλμάνοι υπέφεραν περισσότερο σε σχέση με τους χριστιανούς. Σχεδόν σε όλες τις περιοχές που υπέφεραν από το λιμό οι χριστιανικές κοινότητες ήταν καλύτερα οργανωμένες και είχαν υποστήριξη από τις ξένες ιεραποστολές.

Αρκετοί ήταν εκείνοι που προσπαθούσαν να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη για να βρουν τροφή. Η μαρτυρία προκύπτει από την ιδιωτική αλληλογραφία ενός ταξιδιώτη τον Απρίλιο του 1874 που αναφέρει ότι συνάντησε «φτωχούς ανθρώπους που είχαν πεθάνει από την πείνα στο δρόμο προς την Κωνσταντινούπολη, προσπαθώντας να φτάσουν στην πρωτεύουσα με την ελπίδα ότι θα βρουν ψωμί και εργασία».1 Οι κάτοικοι εγκατέλειπαν μαζικά τα χωριά τους και προχωρούσαν προς τις πόλεις. Οι πληροφορίες μας αναφέρουν ότι στην Άγκυρα οι θάνατοι από την πείνα ήταν συχνοί, ενώ πολλοί ήταν αυτοί που αναζητούσαν κάθε είδος εργασίας για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Αναφέρεται επίσης ότι στην Άγκυρα καθημερινά πέθαιναν 10 με 24 άτομα. Τα θύματα ήταν σχεδόν αποκλειστικά χωρικοί που είχαν έρθει στην πόλη. Αλλά και στην Υοσγάτη κατά τον Ιούνιο του 1874 οι δημόσιοι χώροι ήταν γεμάτοι από πεινασμένους χωρικούς.

Η συρροή των χωρικών δυσχέραινε την κατάσταση για τους κατοίκους των πόλεων. Πολλοί από αυτούς επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους αλλά δεν είχαν χρήματα για να αγοράσουν ζώα που θα μπορούσαν να μεταφέρουν τα πράγματά τους, ή για να προμηθευτούν τρόφιμα για το ταξίδι τους. Ήταν αρκετοί αυτοί που εγκατέλειψαν τις περιοχές που υπέφεραν από το λιμό και μετακινήθηκαν σε άλλες. Μέχρι τον Ιούνιο του 1874 πολλοί είχαν μετακινηθεί από την περιοχή του Άκνταγ και την περιοχή Μποζούκ προς τη Σεβάστεια και τις ανατολικές περιοχές της Μικράς Ασίας, όπου ζητιάνευαν για να ζήσουν. Μεγάλος αριθμός του πληθυσμού στις περιοχές του Κεσκίν και του Κίρσεχιρ προχώρησε προς την Καισάρεια. Ο πληθυσμός που βρισκόταν κοντά στη Νίγδη έφυγε προς την Ταρσό και τα Άδανα. Τον Αύγουστο του 1874 στο Μαρσοβάν βρίσκονταν περισσότεροι από 200 μουσουλμάνοι χωρικοί που είχαν έρθει από τις περιοχές της Υοσγάτης και της Άγκυρας. Στον καζά Σουνγκουρλού τον Ιούνιο είχαν πεθάνει περίπου 5.000 άτομα.

Στις 6 Αυγούστου 1874 περίπου 600 οικογένειες μουσουλμάνων πέρασαν τον Ταύρο, κατευθύνθηκαν προς την πεδιάδα των Αδάνων και εγκαταστάθηκαν στην Ταρσό. Αρκετοί πέθαναν στη διάρκεια του ταξιδιού. Μεταξύ των επιζώντων υπήρχαν πολλά ορφανά παιδιά μουσουλμάνων ηλικίας 5 μηνών έως 5 ετών. Στην Ταρσό, η οποία υπέφερε ιδιαίτερα από το προσφυγικό κύμα, περίπου 40 ορφανά παιδιά βρίσκονταν στο νοσοκομείο της πόλης και υπήρχαν περίπου 250 γυναίκες και ηλικιωμένοι που χρειάζονταν άμεση βοήθεια. Στα Άδανα οι μετακινήσεις σχεδόν σταμάτησαν από στα τέλη του Σεπτεμβρίου 1874. Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μεταφέρθηκαν από τις κωμοπόλεις στα χωριά, όπου βρήκαν δουλειές και μπόρεσαν να ζήσουν καλύτερα. Στις 18 Δεκεμβρίου 1874 36 άτομα, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ξεκίνησαν από τη Μερζιφούντα για να επιστρέψουν στα σπίτια τους στην περιοχή της Άγκυρας. Ο κυβερνήτης τούς παραχώρησε ζώα και το οθωμανικό κράτος τούς έδωσε φαγητό, ρούχα και χρήματα.

3. Η αντίδραση του κράτους και των τοπικών διοικήσεων

Στις αρχές Μάιου του 1874 το οθωμανικό κράτος έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση στους καζάδες της Καισάρειας, της Άγκυρας και της Υοσγάτης. Οι κυβερνητικοί αξιωματικοί στάλθηκαν στις περιοχές για να εξετάσουν οι ίδιοι τις ανάγκες των κατοίκων και να κινητοποιήσουν τις τοπικές διοικήσεις. Οι πληροφορίες που έφταναν στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1874 έδειχναν ότι ο λιμός συνεχιζόταν με μεγαλύτερη ένταση και είχε εξαπλωθεί στους καζάδες Κοσταμπούλ, Τζανίκ και Σαμψούντας. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις ήταν αναγκαίο να εξασφαλιστούν προμήθειες δημητριακών από τις περιοχές του εσωτερικού της Ανατολίας. Ο κυβερνήτης του Ντιαρμπακίρ πήρε διαταγή να συγκεντρώσει σιτηρά και να τα στείλει στις περιοχές που είχαν πληγεί. Επίσης πήρε διαταγή και ο διοικητής του Καραχισάρ-Σαρκί να αποστείλει τρόφιμα στη Σεβάστεια. Από την Κωνσταντινούπολη στάλθηκαν 200.000 οκάδες αλεύρι διά θαλάσσης στη Νικομήδεια με προορισμό την Άγκυρα. Από το λιμάνι της Κίου και από την Προύσα στάλθηκαν σιτηρά προς την Ανατολία. Αυστριακά και γαλλικά ατμόπλοια ανέλαβαν να μεταφέρουν τα εφόδια χωρίς πληρωμή. Στις 11 Μαΐου 1874 από την οθωμανική κυβέρνηση ιδρύθηκε μια ειδική Επιτροπή Βοήθειας με σκοπό να οργανώσει την άμεση βοήθεια προς τους λιμοκτονούντες. Μέλη αυτής της επιτροπής ήταν ο Σαντουλάχ μπέης (Sadullah bey), πρώτος δραγουμάνος της Αυτοκρατορικής Πύλης, ο οποίος διατέλεσε πρόεδρος, ο στρατηγός Μαχμούτ πασάς (Mahmud paşa), επιτελάρχης του στρατού, ο Ιμπραχίμ μπέης (Ibrahim bey), μέλος του ανώτατου δικαστηρίου της δικαιοσύνης, ο Μιχράν Ντουζ μπέης (Mihran Düz bey), αντιπρόσωπος των καθολικών και Αρμενίων, οι Γιοβαντζί εφέντης (Yovanci efendi) και Παυλάκης εφέντης (Pavlaki efendi), αντιπρόσωποι των Βουλγάρων και των Ελλήνων. Η επιτροπή αποφάσισε ότι η βοήθεια δε θα είναι σε χρήμα αλλά σε είδος: σε σιτάρι, αλεύρι, ρύζι, παξιμάδια και άλλα αναγκαία τρόφιμα. Ωστόσο, ο κρατικός μηχανισμός αδυνατούσε να μεταφέρει τα τρόφιμα εγκαίρως στους λιμοκτονούντες.

Περισσότερες ελλείψεις παρουσιάστηκαν στις δύο μεγάλες περιοχές της Άγκυρας και της Καστομπούλ. Τον Αύγουστο του 1874 στάλθηκε στις πληγείσες περιοχές μία επιτροπή από ένα γιατρό, 2 αξιωματικούς και ένα γραμματέα. Η αποστολή της επιτροπής ήταν να ενημερώσει την κεντρική Επιτροπή Βοήθειας, που εξακολουθούσε να βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη. Η επιτροπή ολοκλήρωσε την επίσκεψη στην Άγκυρα και αποφασίστηκε να σταλούν τρόφιμα. Η κυβέρνηση, μετά τις αναφορές της επιτροπής, θεώρησε το λιμό εθνικό πλήγμα και ταυτόχρονα αναγνώρισε το καθήκον της να λάβει μέτρα για να τον σταματήσει. Για τον εφοδιασμό των περιοχών έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι δύο πόλεις Νικομήδεια και Σαμψούντα, που ήταν τα σημεία απ’ όπου ξεκινούσαν τα καραβάνια.

Την περίοδο του λιμού έπαιξαν αρκετά σημαντικό ρόλο και οι τοπικές διοικήσεις. Υπήρχαν κυβερνήτες που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να εφοδιάσουν τις περιοχές τους με τρόφιμα. Στην Καισάρεια, οι ντόπιοι έμποροι, που προέβλεπαν ότι θα υπάρξει έλλειψη στα τρόφιμα, δέσμευσαν τον Απρίλιο τα εισαγόμενα σιτηρά με σκοπό την κερδοσκοπία· όμως η τοπική διοίκηση τους ανάγκασε να τα πουλήσουν σε χαμηλότερη τιμή. Έτσι αντιμετωπίστηκε η κατάσταση προσωρινά, αλλά η παρέμβαση είχε αποτέλεσμα να σταματήσουν οι εισαγωγές σιτηρών και να ενταθεί και πάλι ο λιμός.

Στην Άγκυρα η τοπική διοίκηση χρησιμοποίησε το Μάιο ένα τμήμα από ένα μεγάλο χάνι για να φιλοξενήσει 1.400 άτομα, ενώ τους παρείχε τρόφιμα και ιατρική περίθαλψη. Εκεί κατέλυσαν 600 παιδιά, 500 γυναίκες και 300 άνδρες. Η διοίκηση έδινε 300 δράμια μαύρο ψωμί στους ενηλίκες και 200 δράμια στα παιδιά. Αλλά οι συνθήκες διαβίωσης ήταν ανθυγιεινές και οι θάνατοι αυξάνονταν καθημερινά. Ο Ιταλός γιατρός Casparini αναφέρει ως αίτιο της αύξησης των θανάτων το γεγονός ότι «η κατανάλωση αυτού του είδους ψωμιού στην κατάσταση αδυναμίας που βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι από μόνη της φέρνει δυσεντερία».2

Τον ίδιο μήνα ο διοικητής της πόλης Ισκιλίπ επέβαλε στους κατοίκους να παίρνουν την καθημερινή τους μερίδα φαγητού από το στρατώνα της πόλης. Ο Εσάντ πασάς (Esad paşa), κυβερνήτης του Ικονίου και πρώην μεγάλος βεζίρης, διέταξε να παίρνουν οι πιο φτωχοί μία οκά σιτάρι κάθε μέρα και απαγόρευσε την εξαγωγή των δημητριακών, ενώ ζήτησε να μεταφέρουν τα σιτηρά από τον καζά του Πέκσεχιρ και από τα καϊμακαμλίκια της Σπάρτης και του Ιλχάν στο Ικόνιο. Αλλά υπήρχαν μόνο λίγοι χειρόμυλοι, ενώ οι μύλοι στα περίχωρα του Ικονίου δε λειτουργούσαν λόγω της βαρυχειμωνιάς και της χιονοθύελλας. Ο Μαχμούτ πασάς, διοικητής των Αδάνων, όπου είχαν μεταναστεύσει πολλοί, προσπάθησε να βελτιώσει την κατάσταση και δώρισε 10.000 πιάστρα για την ενίσχυσή τους από την προσωπική του περιουσία. Διέταξε τους διοικητές των άλλων καζάδων να παράσχουν τρόφιμα, χώρο διαμονής σε σπίτια ή σε σκηνές και ιατρική περίθαλψη (6 Αυγούστου 1874). Στην Ταρσό δεν υπήρχε αρκετός χώρος για τους αρρώστους, επειδή λειτουργούσε μόνο ένα νοσοκομείο με 10 κρεβάτια, χτισμένο από τους ορθόδοξους χριστιανούς εμπόρους της Μερσίνας.

Βεβαίως υπήρχαν και άλλοι κυβερνήτες που δεν είχαν ανταποκριθεί δεόντως στην κρισιμότητα της κατάστασης, όπως ο βαλής του Τσαγγουρά, που ανήγγειλε στους κατοίκους ότι πρέπει να βρουν δικούς τους τρόπους για να προμηθευθούν τρόφιμα από το Καστομπούλ. Γι’ αυτό και εκατοντάδες πεινασμένοι, νέοι και γέροι, έφυγαν από την περιοχή. Ακόμα και ο κυβερνήτης της Άγκυρας είχε δηλώσει ότι ο λιμός είναι θέλημα Θεού. Στη θέση του διορίστηκε ο Αμπντουλραχμάν πασάς, ο οποίος έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον και επισκέφτηκε το στρατώνα της πόλης, όπου έμεναν 2.000 πεινασμένοι χωρικοί. Στις 18 Οκτωβρίου 1874 ο Αμπντουλραχμάν πασάς, βαλής της Άγκυρας, για να αντιμετωπίσει το λιμό ζήτησε ενίσχυση από την κυβέρνηση, και η Πύλη αποδέχτηκε το αίτημά του.

Οι κατάσταση των κατοίκων των περιοχών που υπέφεραν από το λιμό επιδεινώθηκε και εξαιτίας της φορολογίας. Για παράδειγμα, ήρθε η εντολή για είσπραξη των φόρων από την περιοχή του Ακσεράι, για να συγκεντρωθούν χρήματα για την απρόσκοπτη παραγωγή νίτρου στο Ικόνιο, τη στιγμή που οι χωρικοί πέθαιναν από πείνα στους δρόμους της πόλης. Τα χωριά που είχαν χάσει σημαντικό μέρος του πληθυσμού τους πλήρωναν τον ίδιο φόρο όπως και πριν, καθώς οι φορολογικοί κατάλογοι δεν είχαν προλάβει να αναθεωρηθούν (το χωριό Edigie κοντά στη Νίγδη, που είχε μείνει με 26 νοικοκυριά από τα 43, πλήρωσε το ποσό που απέδιδε και πριν από το λιμό, δηλαδή 6.800 πιάστρα). Επίσης μαρτυρείται ότι οι φοροεισπράκτορες πίεζαν τους χωρικούς να πουλήσουν ό,τι έχουν για να πληρώσουν τους φόρους, όπως στην περίπτωση του χωριού Ulukusla κοντά στη Νίγδη. Εξάλλου οι φοροεισπράκτορες αποσπούσαν διά της βίας τρόφιμα ως πληρωμή φόρου από τους χωρικούς που είχαν φυλάξει αποθέματα για το χειμώνα.

4. Οι φιλανθρωπικές εισφορές

Οι Άγγλοι οργάνωσαν Επιτροπή Βοήθειας προς τους κατοίκους των περιοχών που υπέφεραν από το λιμό, όπως και συσσίτιο στην Άγκυρα. Ο Edwin Thomson εγκαινίασε στις 6 Μαΐου 1874 το συσσίτιο, στο οποίο κυρίως οι γυναίκες και τα παιδιά μπορούσαν καθημερινά να έχουν μία μερίδα φαγητού.3 Το συσσίτιο πρόσφερε δωρεάν φαγητό για 300 μέχρι 500 άτομα καθημερινά επί 6 μέρες, αλλά, μην μπορώντας να αντεπεξέλθει οικονομικά, τελικά έκλεισε στις 29 Ιουλίου. Η αγγλική κοινότητα πρόσφερε αρκετές φορές χρηματική ενίσχυση προς τους λιμοκτονούντες σε διάφορες περιοχές, όπως στις πόλεις Καισάρεια, Υοσγάτη, Σουνγκουρλού, Αλεντζέ, Ιντζιρλί, Ακσεράι και Νίγδη.

Τον Απρίλιο του 1874, μια ομάδα από ντόπιους εμπόρους της Καισάρειας με τη βοήθεια αρκετών Άγγλων εμπόρων προσπάθησαν να βοηθήσουν τους κατοίκους. Αλλά η φιλανθρωπική βοήθεια δεν ήταν αρκετή για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. Η κοινότητα των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης συγκέντρωσε ένα σημαντικό ποσό, ενώ στα τέλη του Απριλίου 1874 το Πατριαρχείο υπέβαλε αίτηση προς την Πύλη για οργάνωση επιτροπής με σκοπό την παροχή βοήθειας στους παθόντες. Αρκετές ήταν και οι ιδιωτικές συνεισφορές Ελληνορθοδόξων σε χρήματα. Στις 6 Μαΐου 1874 ο Σεβκέτ μπέης (Şevket bey), διοικητής του βιλαετίου της Κωνσταντινούπολης, δημιούργησε ένα ταμείο για τους πληγέντες. Στην Κωνσταντινούπολη οι χριστιανοί συγκέντρωναν χρήματα, ενώ οι μουσουλμάνοι προτίμησαν να συνεισφέρουν σε τρόφιμα. Ορισμένες περιοχές, όπως το βιλαέτι του Δούναβη, η Κρήτη, η Σμύρνη, η Μαλάτεια, η Βοσνία και η Αδριανούπολη, έστελναν μεγάλα χρηματικά ποσά ως βοήθεια προς τις περιοχές των λιμοκτονούντων. Ενισχύσεις έφταναν και από την Ευρώπη.

Δεν έλειψαν και οι ενισχύσεις των ανώτατων κυβερνητικών υπαλλήλων, όπως του μεγάλου βεζίρη και του σεϊχουλισλάμη. Ακόμα και ο σουλτάνος και η ανιψιά του Φατιμέ σουλτάνα πρόσφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά για τους λιμοκτονούντες. Η Βαλιντέ σουλτάνα, μητέρα του σουλτάνου, πρόσφερε χρήματα και ένα πλοίο φορτωμένο με αλεύρι, ρύζι και άλλα τρόφιμα.

5. Άλλα αποτελέσματα

Κατά την εξάπλωση του λιμού καταστράφηκαν βοσκοτόπια της κεντρικής Μικράς Ασίας στους καζάδες Σαλμάν και Μετζιντιέ. Κάποιοι καζάδες σταμάτησαν να πληρώνουν το φόρο για τα πρόβατα. Τη μεγαλύτερη οικονομική καταστροφή υπέστη η Άγκυρα, όπου μειώθηκαν σημαντικά οι αριθμοί των κατσικιών, πράγμα που έπληξε το εμπόριο του μαλλιού μοχέρ, με αποτέλεσμα να κλείσουν αρκετά εργαστήρια επεξεργασίας του.

1. The Famine in Asia Minor: Its History, Compiled from the Pages of the “Levant Herald” (Istanbul 1989), σελ. 9.

2. The Famine in Asia Minor: Its History, Compiled from the Pages of the “Levant Herald” (Istanbul 1989), σελ. 26.

3. The Famine in Asia Minor: Its History, Compiled from the Pages of the “Levant Herald” (Istanbul 1989), σελ. 27. Ο Edwin Thomson ήταν διπλωματικός αντιπρόσωπος στο βρετανικό προξενείο της Άγκυρας.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>